ἀδήν

ἀδήν, -ένος
Grammatical information: f., later m.
Meaning: `gland' (Hp.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: One compares Lat. inguen, -inis `groin, swelling in the groin, abdomen' and NIc. økkr m. `glans, glandula, tuber', ON økkvenn `glandulosus, tuberosus'. The latter represents PGm. *enku̯a- \< *engʷo-. As, however, PIE had no words beginning with a vowel, this would be *h₁engʷ-, but *h₁ngʷ- would give Gr. *ἐνδ-; so the Greek word cannot be cognate with the Germ. one. (Germ. can be cognate with the Latin word as *h₁engʷ-; Schrijver Refl. 58.) The Greek word remains isolated. FUr. 172 n. 118 suggests substr. origin (words in -ην). - Not to νεφρός.
Page in Frisk: 1,20

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άδην — ἅδην και ἄδην επίρρ. (Α) 1. μέχρι κορεσμού, μέχρι αηδίας 2. ασταμάτητα, ατελείωτα 3. ἅλις* 4. φρ. «ἅδην έχω τινός», είμαι χορτασμένος, «μπουχτισμένος» από κάτι, τό έχω βαρεθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἅδην ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *sᾱ / sə «κόρος, κορεννύω,… …   Dictionary of Greek

  • .άδην — ἅδην , ἅδην to one s fill indeclform (adverb) ἅδην , ἅδος satiety neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδήν — ἀδήν ( ένος), ο, η (Α) βλ. αδένας …   Dictionary of Greek

  • ἄδην — ἅδην to one s fill indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅδην — to one s fill indeclform (adverb) ἅδος satiety neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾄδην — ἀείδω il.Parv.. pres inf act (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾅδην — ᾅδης ao masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄδδην — ἅδην to one s fill indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδένας — ο (Α ἀδὴν –ένος, η και ο) επιθηλιακό όργανο του οργανισμού, στο οποίο καταλήγουν αγγεία που εκκρίνουν υγρό κατάλληλο για τη λειτουργία του (κν. γλυκάδι, ελιά, γαργαλήθρα). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀδήν, αρχικά θηλ. γένους (η ἀδήν), ανάγεται σε ΙΕ ρίζα*… …   Dictionary of Greek

  • ζυγάδην — (Α) επίρρ. κατά ζεύγη, ζευγαρωτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζυγόν + κατάλ. άδην, πρβλ. δρομ άδην, τροχ άδην] …   Dictionary of Greek

  • κρυφάδην — και κρυφάδις και βοιωτ. τ. κρουφάδαν (Α) επίρρ. κρυφά, μυστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρύφα + επιρρμ. κατάλ. άδην (πρβλ. νομ άδην, τροχ άδην)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.